Η εκτίναξη της ενεργειακής ζήτησης, η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και οι αδυναμίες των ηλεκτρικών δικτύων αναγκάζουν τις ασιατικές οικονομίες να σχεδιάσουν επενδύσεις 15 τρισ. δολαρίων σε βάθος 15ετίας, ενώ ο άνθρακας αναμένεται να διατηρήσει κεντρικό ρόλο στο ενεργειακό μείγμα της περιοχής
Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο μπορεί να διακινούνται και πάλι μέσω των Στενών του Ορμούζ, ωστόσο οι επιπτώσεις του πολυμήνου αποκλεισμού τους θα γίνουν αισθητές για χρόνια. Ειδικά για την Ασία, η ρύθμιση των αγορών και η ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, ώστε να αποφευχθεί μια νέα ενεργειακή κρίση, θα απαιτήσουν επενδύσεις τρισεκατομμυρίων δολαρίων τα επόμενα χρόνια, καθώς οι προβλέψεις για την αύξηση της ενεργειακής ζήτησης στην περιοχή αναθεωρούνται σημαντικά προς τα πάνω.
Όταν η διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, που ελέγχονται από το Ιράν, διακόπηκε αιφνιδιαστικά τον Φεβρουάριο, ως απάντηση στη στρατιωτική επίθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, από τη συγκεκριμένη ζωτικής σημασίας θαλάσσια οδό διερχόταν το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και φυσικού αερίου. Παρότι το κλείσιμο των Στενών επηρέασε τις ενεργειακές αγορές σε ολόκληρο τον κόσμο, καμία περιοχή δεν επλήγη περισσότερο από την Ασία. Από τα περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων που διέρχονταν καθημερινά από τη θαλάσσια οδό πριν από την έναρξη του πολέμου, περίπου το 80% του πετρελαίου και το 90% του φυσικού αερίου προορίζονταν για τις ασιατικές αγορές.
Οι ασιατικές χώρες βρέθηκαν αντιμέτωπες με την ανάγκη να καλύψουν το κενό στην προσφορά με κάθε διαθέσιμο μέσο. Η Νοτιοανατολική Ασία, ειδικότερα, αποδείχθηκε εξαιρετικά ευάλωτη, λόγω της σχετικά μεγάλης εξάρτησής της από τις εισαγωγές ενέργειας και της περιορισμένης δυνατότητάς της να απορροφά κραδασμούς στις αγορές. Οι συνέπειες εκδηλώθηκαν γρήγορα και ήταν σημαντικές: οι Φιλιππίνες κήρυξαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον τομέα της ενέργειας τον Μάρτιο, ενώ κυβερνήσεις σε ολόκληρη την περιοχή κατέφυγαν σε μέτρα περιορισμού της ενεργειακής κατανάλωσης, υποχρεωτική τηλεργασία, ακόμη και τετραήμερη εργασία, προκειμένου να διαχειριστούν τις πιέσεις.
Μία από τις συνέπειες αυτής της κρίσης ήταν η θεαματική ανάπτυξη της ηλιακής ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ασία, όπου πολλές χώρες κατέγραψαν σχεδόν μέσα σε μία νύχτα μια νέα δυναμική για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ωστόσο, η ανάπτυξη κρίσιμων υποδομών υποστήριξης, όπως τα ηλεκτρικά δίκτυα και τα συστήματα μεταφοράς ενέργειας, δεν ακολούθησε τον ίδιο ρυθμό, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα αυτής της προσέγγισης για την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας. Ήδη, μεγάλος αριθμός σχεδιαζόμενων έργων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έχει καθυστερήσει ή ακυρωθεί στην περιοχή, εξαιτίας της ανεπαρκούς και αναξιόπιστης δυναμικότητας των δικτύων.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Climate Home News, «η ανεπαρκής δυναμικότητα των δικτύων και η ελλιπής συντήρησή τους αποτελούν ήδη σημαντικό παράγοντα που επιβραδύνει την ανάπτυξη νέων έργων καθαρής ενέργειας στην περιοχή». Η έκθεση επισημαίνει επίσης προβλήματα που περιλαμβάνουν ασαφείς δομές στις συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (PPA), αδυναμία των ενεργειακών πολιτικών να ανταποκριθούν στις ανάγκες των επενδυτών, καθυστερήσεις στην αδειοδότηση και την έγκριση έργων, περιορισμούς στη σύνδεση με τα δίκτυα, εμπόδια στη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και αβεβαιότητα ως προς τις πολιτικές και τα τιμολόγια.
Η αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων θα απαιτήσει τεράστια κεφάλαια. Σύμφωνα με νέα έκθεση της McKinsey, που δημοσιεύθηκε την Πέμπτη, οι ασιατικές χώρες ενδέχεται να χρειαστεί να επενδύουν 1 τρισ. δολάρια ετησίως στον ενεργειακό τομέα για τα επόμενα 15 χρόνια, προκειμένου να διασφαλίσουν την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής. Η εκτίμηση για τη ζήτηση ενέργειας στην Ασία έως το 2040 έχει αναθεωρηθεί στις 370 εκατομμύρια τερατζάουλ, μέγεθος που αντιστοιχεί σε αύξηση κατά 15% σε σύγκριση με τις προβλέψεις του προηγούμενου έτους.
Η αύξηση της ενεργειακής ζήτησης στην πολυπληθέστερη ήπειρο του κόσμου είναι δύσκολο να υπερεκτιμηθεί. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, έως το 2040 στην Ασία θα αντιστοιχεί το 70% της παγκόσμιας αύξησης της ζήτησης ενέργειας. Σημαντικό μέρος αυτής της πρόσθετης ζήτησης αναμένεται να προέλθει από τα κέντρα δεδομένων που κατασκευάζονται για να υποστηρίξουν την ταχεία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Πρόσθετες πιέσεις θα ασκήσουν η βιομηχανική δραστηριότητα, αλλά και οι αυξανόμενες ανάγκες ψύξης, καθώς το κλίμα θερμαίνεται και η περιοχή συνεχίζει την ταχύτατη οικονομική της ανάπτυξη.
Η επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αναμένεται να συνεχιστεί με ταχύ ρυθμό στην Ασία. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της McKinsey, περίπου 300 δισ. δολάρια θα επενδύονται ετησίως στην ηλιακή και την αιολική ενέργεια έως το 2040. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις για την κατανάλωση άνθρακα έχουν επίσης αναθεωρηθεί προς τα πάνω, με τον χρονικό ορίζοντα χρήσης του να παρατείνεται. «Ο άνθρακας αναμένεται να παραμείνει στο ενεργειακό μείγμα της Ασίας για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι προβλεπόταν προηγουμένως, με την περιφερειακή ζήτηση να εκτιμάται ότι θα παραμείνει σε γενικές γραμμές σταθερή την επόμενη δεκαετία, καθώς η μείωση της κατανάλωσης στην Κίνα θα αντισταθμίζεται από την αύξησή της στην Ινδία και τη Νοτιοανατολική Ασία», αναφέρει το Reuters.
www.worldenergynews.gr






