Ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών των ΗΠΑ, οι σχέσεις τους με το Ισραήλ βρίσκονται μπροστά σε μια αντίφαση: η στρατιωτική και διπλωματική συνεργασία έχει ενισχυθεί σημαντικά, αλλά παράλληλα διευρύνονται οι πολιτικές διαφωνίες και υποχωρεί η υποστήριξη προς το Ισραήλ σε τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας.
Σύμφωνα με το Atlantic Council, ανάγκη επαναπροσδιορισμού της συμμαχίας αναδεικνύεται σε άρθρο του πρώην επικεφαλής του Πολιτικοστρατιωτικού Γραφείου του ισραηλινού υπουργείου Άμυνας, ο οποίος υπηρέτησε στη θέση αυτή από το 2022 έως το 2026. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η επόμενη ισραηλινή κυβέρνηση θα πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης με την Ουάσιγκτον, μετατοπίζοντας το βάρος από τη στρατιωτική συνδρομή σε μια ευρύτερη σχέση στρατηγικής, τεχνολογικής και οικονομικής συνεργασίας.
Στην ανάλυσή του αναγνωρίζει τη συμβολή τόσο της κυβέρνησης Τζο Μπάιντεν όσο και εκείνης του Ντόναλντ Τραμπ στην ασφάλεια του Ισραήλ. Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι η ισραηλινή κυβέρνηση έχει συμβάλει στην επιδείνωση των διμερών σχέσεων, ιδίως μέσω της καθυστέρησης σχεδίων για τη μεταπολεμική διακυβέρνηση της Γάζας, της απόρριψης συμφωνιών για την απελευθέρωση ομήρων και της εκτίμησης ότι η ιρανική κυβέρνηση θα μπορούσε να ανατραπεί αποκλειστικά μέσω αεροπορικών πληγμάτων και της συνδρομής των Κούρδων.
Κατά τον ίδιο, η επόμενη κυβέρνηση του Ισραήλ θα πρέπει να μετατρέψει τα στρατιωτικά αποτελέσματα των τελευταίων ετών σε μια σταθερότερη περιφερειακή τάξη, προωθώντας παράλληλα πολιτική προοπτική για το Παλαιστινιακό και διατηρώντας τον στενό συντονισμό με τις ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν.
Η στρατιωτική συνεργασία ενισχύθηκε, αλλά οι πολιτικές αποστάσεις μεγαλώνουν
Η αμερικανική υποστήριξη προς το Ισραήλ μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 αποτέλεσε, σύμφωνα με τον πρώην αξιωματούχο, σημείο αναφοράς για τη διμερή συνεργασία. Επί κυβέρνησης Μπάιντεν, οι ΗΠΑ ανέπτυξαν στην περιοχή ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων, ο πρόεδρος επισκέφθηκε το Ισραήλ εν μέσω πολέμου, ενώ αμερικανικές δυνάμεις συμμετείχαν στην αναχαίτιση της ιρανικής επίθεσης του Απριλίου 2024. Παράλληλα, εγκρίθηκε πρόσθετη στρατιωτική βοήθεια περίπου 26 δισ. δολαρίων και αναπτύχθηκε συστοιχία του αντιπυραυλικού συστήματος THAAD.
Η συνεργασία συνεχίστηκε και επί Τραμπ. Τον Ιούνιο του 2025, οι ΗΠΑ έπληξαν ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο Αμερικανός πρόεδρος μεσολάβησε για συμφωνία που οδήγησε στην επιστροφή των εν ζωή ομήρων που κρατούσε η Χαμάς και περιλάμβανε πλαίσιο για την επόμενη ημέρα στη Γάζα. Κατά την εκστρατεία εναντίον του Ιράν το 2026, η επιχειρησιακή και πληροφοριακή συνεργασία των δύο στρατών έφτασε, σύμφωνα με το άρθρο, σε πρωτοφανές επίπεδο.
Ο αρθρογράφος θεωρεί ότι το Ισραήλ αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα για τις ΗΠΑ, καθώς συνεισφέρει στην αντιμετώπιση κοινών απειλών και παρέχει επιχειρησιακή εμπειρία από πραγματικές συνθήκες πολέμου. Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι χωρίς την αμερικανική υποστήριξη, οι ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις των τελευταίων ετών θα αντιμετώπιζαν σοβαρότερες δυσκολίες.
Ωστόσο, η στενή στρατιωτική συνεργασία δεν έχει αποτρέψει την όξυνση των διαφωνιών. Ο πρώην αξιωματούχος επικρίνει την απόφαση της κυβέρνησης Μπάιντεν, τον Μάιο του 2024, να αναστείλει την παράδοση βαριών βομβών και τις καθυστερήσεις στην έγκριση νέων πωλήσεων όπλων. Κατά την άποψή του, οι διαφωνίες αυτού του είδους θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται μέσω διακριτικών διαβουλεύσεων και όχι με δημόσιες κινήσεις που δημιουργούν προηγούμενα στη διμερή σχέση.
Η Γάζα και η Δυτική Όχθη στο επίκεντρο της κρίσης εμπιστοσύνης
Σημαντικό μέρος της επιδείνωσης των σχέσεων αποδίδεται στις επιλογές της σημερινής ισραηλινής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, ο σχεδιασμός για τη μεταπολεμική Γάζα, ο οποίος είχε ξεκινήσει σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, πάγωσε με πρωτοβουλία της ισραηλινής πλευράς. Η καθυστέρηση, όπως υποστηρίζει, συνέβαλε στην παράταση του πολέμου και αύξησε το κόστος για το Ισραήλ και τον παλαιστινιακό πληθυσμό.
Παράλληλα, οι ενέργειες και οι δηλώσεις Ισραηλινών αξιωματούχων για τη Δυτική Όχθη έχουν ενισχύσει την κριτική προς το Ισραήλ και έχουν δυσκολέψει την υποστήριξή του από φίλα προσκείμενους πολιτικούς στην αμερικανική κυβέρνηση και στο Κογκρέσο. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη βία από εξτρεμιστικές ομάδες Ισραηλινών εποίκων, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, απειλεί τις κοινές αξίες που στηρίζουν τη συμμαχία.
Πρόσθετη πηγή έντασης αποτελεί η αντίληψη ότι η ισραηλινή κυβέρνηση έχει συνδεθεί υπερβολικά με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, περιορίζοντας τη διακομματική βάση της σχέσης. Ο αρθρογράφος αναφέρεται επίσης στις αντιδράσεις που προκάλεσαν στις ΗΠΑ οι προσπάθειες αλλαγής του δικαστικού συστήματος στο Ισραήλ, τις οποίες μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης εξέλαβε ως πλήγμα στους δημοκρατικούς θεσμούς.
Την ίδια στιγμή, οι επαγγελματικοί δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ των δύο κυβερνήσεων δεν διατηρούν, κατά την εκτίμησή του, την προηγούμενη εγγύτητα, ενώ οι πολιτικές σκοπιμότητες έχουν περιορίσει την επιρροή των ειδικών στη διαμόρφωση των ισραηλινών αποφάσεων.
Στις ΗΠΑ, οι πιέσεις εντείνονται και στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού χώρου. Η προσέγγιση «Πρώτα η Αμερική» του Τραμπ δίνει έμφαση στην εμπορική συνεργασία αντί της παραδοσιακής εξωτερικής βοήθειας, ενώ στο κίνημα MAGA ενισχύονται οι φωνές που αντιμετωπίζουν το Ισραήλ ως βάρος για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η μεταβολή αποτυπώνεται και στο Κογκρέσο. Τον Νοέμβριο του 2024, 19 Δημοκρατικοί γερουσιαστές ψήφισαν υπέρ της παρεμπόδισης πωλήσεων όπλων προς το Ισραήλ. Τον Απρίλιο του 2026, ο αριθμός τους έφτασε τους 40 από τους 47, σε ψηφοφορία για την πώληση μπουλντόζων.
Ανάλογη τάση καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις. Τον Φεβρουάριο του 2026, για πρώτη φορά σε έρευνα της Gallup, περισσότεροι Αμερικανοί δήλωσαν ότι συμπαθούν τους Παλαιστινίους (41%) παρά τους Ισραηλινούς (36%). Τον Μάρτιο, το Pew Research Center διαπίστωσε ότι το 60% των ενηλίκων στις ΗΠΑ είχε αρνητική άποψη για το Ισραήλ. Η υποχώρηση της υποστήριξης είναι εντονότερη στους νεότερους και εμφανίζεται επίσης σε τμήματα της αμερικανικής εβραϊκής κοινότητας.
Γιατί μια νέα συμφωνία εξυπηρετεί και τις δύο πλευρές
Ο πρώην επικεφαλής του Πολιτικοστρατιωτικού Γραφείου εκτιμά ότι η ανανέωση της συμμαχίας μπορεί να ενισχύσει την αμερικανική αξιοπιστία στη Μέση Ανατολή και να διατηρήσει το Ισραήλ σταθερά ενταγμένο στο δυτικό στρατόπεδο, σε μια περίοδο ανταγωνισμού με την Κίνα και τη Ρωσία.
Η στρατιωτική εκστρατεία του 2026 εναντίον του Ιράν, σύμφωνα με την ανάλυσή του, έδειξε τόσο την ευαλωτότητα των αμερικανικών βάσεων στην περιοχή όσο και τη δυνατότητα του Ισραήλ να λειτουργεί ως ενεργός εταίρος στην προστασία των αμερικανικών δυνάμεων. Η εμπειρία του Ισραήλ σε επιχειρησιακές συνθήκες μπορεί, κατά τον ίδιο, να προσφέρει στις ΗΠΑ τεχνογνωσία και τεχνολογικά πλεονεκτήματα.
Για το Ισραήλ, από την άλλη πλευρά, η αμερικανική υποστήριξη εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πυλώνα της εθνικής του ασφάλειας. Μια νέα συμφωνία θα μπορούσε να διευκολύνει τη σταδιακή μετάβαση από το μοντέλο της στρατιωτικής βοήθειας σε μια σχέση αμοιβαίων επενδύσεων και κοινής παραγωγής, χωρίς να διακυβεύεται η επιχειρησιακή ετοιμότητα της χώρας.
Ο αρθρογράφος συνδέει αυτή τη μετάβαση με τη δυνατότητα διαμόρφωσης σταθερότερης περιφερειακής τάξης στη Γάζα, στον Λίβανο και στη Συρία, καθώς και με την επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ.
Ο οδικός χάρτης των επτά σημείων
Η προτεινόμενη αναδιάρθρωση της συμμαχίας στηρίζεται σε επτά βασικούς άξονες, οι οποίοι καλύπτουν τη διπλωματία, την άμυνα, τη βιομηχανία και τις νέες τεχνολογίες.
Πρώτον, κοινές αξίες και διακομματικές σχέσεις. Η επόμενη ισραηλινή κυβέρνηση καλείται να ενισχύσει τη συνεργασία με την Ουάσιγκτον στη βάση κοινών στρατηγικών συμφερόντων και δημοκρατικών αρχών. Αυτό προϋποθέτει, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, σεβασμό στην ανεξαρτησία των θεσμών, ιδίως της δικαιοσύνης, διαχωρισμό των εξουσιών, ισότητα των πολιτών και υπεύθυνη διαχείριση των ανθρωπιστικών ζητημάτων. Παράλληλα, το Ισραήλ θα πρέπει να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους με τους Δημοκρατικούς και να επενδύσει στις σχέσεις του με όλες τις τάσεις της αμερικανικής εβραϊκής κοινότητας, ιδίως τους νέους.
Δεύτερον, διπλωματική πρωτοβουλία και στρατηγικός συντονισμός. Προτείνεται η διαμόρφωση ολοκληρωμένου σχεδίου για τη Γάζα, με πλήρη αποστρατιωτικοποίηση και εναλλακτική μορφή διακυβέρνησης αντί της Χαμάς. Στο ίδιο πλαίσιο, ο αρθρογράφος ζητεί να διαμορφωθεί, σε συνεργασία με την κυβέρνηση Τραμπ, πολιτική προοπτική για το Παλαιστινιακό, να τερματιστεί η βία εξτρεμιστικών ομάδων στη Δυτική Όχθη και να προχωρήσουν οι προσπάθειες για τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ και τη σταθεροποίηση του Λιβάνου και της Συρίας. Παράλληλα, προκρίνει τη συνέχιση του συντονισμού απέναντι στο Ιράν και την επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ, με έμφαση στη Σαουδική Αραβία.
Τρίτον, νέα συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας. Το ισχύον μνημόνιο συνεννόησης, που καλύπτει την περίοδο 2019–2028, προβλέπει ετήσια στρατιωτική χρηματοδότηση 3,3 δισ. δολαρίων και επιπλέον 500 εκατ. δολάρια για την αντιπυραυλική άμυνα. Για την επόμενη συμφωνία, από το 2029, η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει μετάβαση από τη βοήθεια σε ένα μοντέλο που θα στηρίζεται περισσότερο στο εμπόριο και στη στρατηγική εταιρική σχέση.
Ο αρθρογράφος προτείνει σταδιακή μετάβαση σε βάθος δεκαετίας, με παράλληλη αύξηση των κοινών επενδύσεων στην έρευνα, την ανάπτυξη και τη συμπαραγωγή. Ζητεί επίσης να διευρυνθεί το σκέλος της αντιπυραυλικής άμυνας, ώστε να περιλαμβάνει ολοκληρωμένα συστήματα αεράμυνας, τεχνολογίες λέιζερ και αντιμετώπισης drones, καθώς και να προβλεφθεί εκ των προτέρων μηχανισμός έκτακτης στρατιωτικής βοήθειας σε περίπτωση πολέμου. Παράλληλα, υπογραμμίζει την ανάγκη διατήρησης του ποιοτικού στρατιωτικού πλεονεκτήματος του Ισραήλ, μέσω διαβουλεύσεων και αντισταθμιστικών μέτρων όταν εγκρίνονται ευαίσθητες πωλήσεις όπλων στην περιοχή.
Για την άμεση περίοδο, προτείνεται εφάπαξ πρόσθετη χρηματοδότηση για την αναπλήρωση πυρομαχικών και αναχαιτιστών, μαζί με επιτάχυνση των παραδόσεων νέων αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών.
Τέταρτον, περιφερειακός κόμβος ασφάλειας. Το Ισραήλ θα μπορούσε να αναλάβει ευρύτερο ρόλο στην περιφερειακή αρχιτεκτονική αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM). Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η επέκταση και διαφοροποίηση των αμερικανικών στρατιωτικών αποθεμάτων που διατηρούνται στο Ισραήλ, ώστε να εξυπηρετούν τόσο τις ισραηλινές ανάγκες όσο και την περιφερειακή παρουσία των ΗΠΑ. Ο ρόλος αυτός θα μπορούσε να επιτρέψει στην Ουάσιγκτον να διαθέσει περισσότερους πόρους στον Ινδοειρηνικό, ενώ το Ισραήλ θα συνέβαλλε στη δημιουργία συμμαχιών απέναντι στο Ιράν και σε εξτρεμιστικά σουνιτικά δίκτυα.
Πέμπτον, ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας. Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι η αμερικανική οικονομία αποκομίζει σημαντικά οφέλη από τη στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ, καθώς μεγάλο μέρος των σχετικών κονδυλίων κατευθύνεται στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία και στηρίζει θέσεις εργασίας. Συστήματα όπως το Iron Dome, το David’s Sling, το Arrow και το Iron Beam αναπτύχθηκαν ή παράγονται σε συνεργασία με αμερικανικές εταιρείες.
Η πρόταση περιλαμβάνει τον εκσυγχρονισμό των κανόνων ελέγχου εξαγωγών και αδειοδότησης, την εξέταση εξαιρέσεων από τους κανονισμούς ITAR και την επιτάχυνση των κοινών προγραμμάτων. Παράλληλα, ζητείται πρόοδος στις εργασίες της ομάδας συνεργασίας για την αμυντική βιομηχανική βάση ΗΠΑ–Ισραήλ, η οποία συστάθηκε στο πλαίσιο του αμερικανικού νόμου περί εθνικής άμυνας για το οικονομικό έτος 2026. Στόχος είναι να εξεταστεί η ένταξη του Ισραήλ στην Εθνική Τεχνολογική και Βιομηχανική Βάση των ΗΠΑ. Προτείνεται επίσης η προώθηση του νομοσχεδίου FUTURES για τη συνεργασία στην αμυντική τεχνολογία, καθώς και κοινών πρωτοβουλιών στον οικονομικό διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης και στον ενεργειακό τομέα.
Έκτον, τεχνητή νοημοσύνη και διάστημα. Η συνεργασία θα πρέπει, σύμφωνα με την πρόταση, να επεκταθεί σε τομείς που συνδέουν την εθνική ασφάλεια με την τεχνολογική ανάπτυξη. Στο διάστημα, οι δύο χώρες θα μπορούσαν να συνεργαστούν στην έγκαιρη προειδοποίηση, στην προστασία δορυφορικών υποδομών και στην ένταξη του Ισραήλ σε αμερικανικά προγράμματα. Η συνεργασία θα μπορούσε να επεκταθεί και σε πολιτικές και εμπορικές εφαρμογές, στο πλαίσιο των Συμφωνιών Άρτεμις, τις οποίες έχει υπογράψει το Ισραήλ.
Αντίστοιχα, η τεχνητή νοημοσύνη θεωρείται πεδίο με σημαντικές εφαρμογές στην πληροφοριακή υποστήριξη, την αεράμυνα και τα αυτόνομα συστήματα, αλλά και στην υγεία, την ενέργεια, την κυβερνοασφάλεια, την εκπαίδευση και τη βιομηχανία. Για τον λόγο αυτό προτείνεται ένα ειδικό διμερές πλαίσιο συνεργασίας στην τεχνητή νοημοσύνη, την κβαντική τεχνολογία, την κατευθυνόμενη ενέργεια και το διάστημα, με τη δημιουργία κοινού κέντρου τεχνητής νοημοσύνης και ασφαλή πρόσβαση σε προηγμένα αμερικανικά μοντέλα.
Έβδομον, θεσμοθέτηση μηχανισμού εφαρμογής. Για να υλοποιηθούν οι προτάσεις, προτείνεται η δημιουργία πολυετούς Στρατηγικού Διαλόγου, υπό την κοινή προεδρία του συμβούλου εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ και του επικεφαλής του ισραηλινού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας. Κάθε ένας από τους επτά άξονες θα διαθέτει τη δική του ομάδα εργασίας και συγκεκριμένα παραδοτέα εντός δώδεκα μηνών, με πρωταγωνιστικό ρόλο στους μόνιμους υπηρεσιακούς παράγοντες και όχι στους πολιτικούς.
Η ευθύνη της επανεκκίνησης
Ο πρώην ισραηλινός αξιωματούχος θεωρεί ότι η πρωτοβουλία για την αποκατάσταση των σχέσεων πρέπει να ξεκινήσει από το Ισραήλ, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών. Η επόμενη κυβέρνηση καλείται να προχωρήσει σε αλλαγές πολιτικής που θα επιτρέψουν στην Ουάσιγκτον να αντιμετωπίσει τη νέα ισραηλινή ηγεσία ως ευκαιρία για εμβάθυνση της συμμαχίας.
Από την πλευρά τους, οι ΗΠΑ θα πρέπει, σύμφωνα με την ανάλυση, να επιδιώξουν μια σχέση στην οποία το Ισραήλ δεν θα λειτουργεί μόνο ως αποδέκτης βοήθειας ή ως ικανός στρατιωτικός σύμμαχος, αλλά ως εταίρος που συνεισφέρει ουσιαστικά στην ασφάλεια, την τεχνολογία και την οικονομία. Η ανανέωση της συνεργασίας παρουσιάζεται ως στρατηγική ανάγκη σε μια περίοδο αυξημένου διεθνούς ανταγωνισμού και ταχείας τεχνολογικής μεταβολής.
www.worldenergynews.gr






