Το μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη από την Ασίζη της Ιταλίας, στο διεθνές φόρουμ της κοινότητας Sant’Egidio - Η χριστιανική ενότητα, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται από πολέμους, εθνικισμούς και διχασμούς
Μήνυμα υπέρ της ειρήνης, της συμφιλίωσης και της ενότητας των Χριστιανών απηύθυνε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος από την Ασίζη της Ιταλίας, όπου συμμετείχε στο διεθνές φόρουμ «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο: από την Ανατολή στον παγκόσμιο κόσμο», που διοργανώθηκε στο πλαίσιο της συνάντησης για την ειρήνη της καθολικής κοινότητας Sant’Egidio. Όπως αναφέρει το Vatican News, σε ανταπόκριση του Guglielmo Gallone από την Ασίζη, ο Πατριάρχης υπογράμμισε ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να παραμένει αμέτοχη απέναντι στις συγκρούσεις, αλλά οφείλει να συμβάλλει ενεργά στην οικοδόμηση της ειρήνης και στην υπέρβαση των διαιρέσεων.
«Η Εκκλησία που κηρύττει την Ανάσταση πρέπει να κηρύττει και την ειρήνη»
Αναφερόμενος στα 35 χρόνια της πατριαρχικής του διακονίας, ο Βαρθολομαίος περιέγραψε έναν κόσμο που έχει σημαδευτεί από την επιστροφή του πολέμου, από τα Βαλκάνια και τον Καύκασο έως τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Όπως τόνισε, η ειρήνη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της μαρτυρίας της Εκκλησίας. Υπενθυμίζοντας ότι ο Αναστημένος Χριστός απευθύνθηκε στους μαθητές Του με τον χαιρετισμό «Ειρήνη υμίν», επισήμανε ότι η αναγγελία της Ανάστασης συνδέεται άμεσα με την ευθύνη για την προώθηση της ειρηνικής συνύπαρξης.
«Η Εκκλησία που κηρύττει την Ανάσταση πρέπει συγχρόνως να κηρύττει την ειρήνη», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη να αποτρέπεται κάθε εργαλειοποίηση της θρησκείας για την αιτιολόγηση της βίας. Επικαλέστηκε τη Διακήρυξη του Βοσπόρου του 1994, σύμφωνα με την οποία ένα έγκλημα που διαπράττεται στο όνομα της θρησκείας αποτελεί έγκλημα εναντίον της ίδιας της θρησκείας.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι, όπου υψώνονται νέα τείχη διαχωρισμού, η Εκκλησία έχει καθήκον να προσεύχεται, να μεσολαβεί και να αποκαθιστά τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, σημειώνοντας ότι το χρώμα του δέρματος, η γλώσσα, η θρησκεία και το φύλο δεν μπορούν να προσθέσουν ή να αφαιρέσουν τίποτα από την αξία ενός ανθρώπου που έχει δημιουργηθεί κατ’ εικόνα του Θεού. Η αξιοπρέπεια αυτή, όπως ανέφερε, αφορά κάθε άνθρωπο, είτε πρόκειται για ένα παιδί πρόσφυγα, έναν ηλικιωμένο, έναν πιστό άλλης θρησκείας ή κάποιον που δεν πιστεύει.
Η χριστιανική ενότητα και η παρακαταθήκη του Οικουμενικού Πατριαρχείου
Κεντρική θέση στην παρέμβαση του Βαρθολομαίου είχε η προσδοκία της αποκατάστασης της πλήρους ενότητας μεταξύ των Χριστιανών. Ο Πατριάρχης εξέφρασε την αποφασιστικότητά του να μην εγκαταλειφθεί ποτέ η ελπίδα της ενότητας, επισημαίνοντας ότι οι υφιστάμενες διαιρέσεις δεν πρέπει να θεωρούνται φυσική ή αναπόφευκτη κατάσταση.
«Επιθυμούμε εκείνη την ημέρα όπως ο φύλακας της νύχτας επιθυμεί το πρωί», ανέφερε, περιγράφοντας την προσμονή για την πλήρη κοινωνία μεταξύ των Εκκλησιών.
Στη σημασία της πατριαρχικής διακονίας αναφέρθηκε και ο Αντρέα Ρικάρντι, ιστορικός και ιδρυτής της κοινότητας Sant’Egidio, ο οποίος επισήμανε ότι, κατά τη διάρκεια των 35 ετών της πατριαρχίας του, ο Βαρθολομαίος δεν επιδίωξε την εξουσία, αλλά παρέμεινε προσηλωμένος στην πνευματική αποστολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Ο Ρικάρντι συνέδεσε την πορεία του Πατριάρχη με την αντίσταση απέναντι στους ακραίους εθνικισμούς και στις συγκρούσεις μεταξύ πολιτισμών και θρησκειών. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε το Πατριαρχείο, ο Βαρθολομαίος επέλεξε τον διάλογο και τη συμφιλίωση, αναδεικνύοντας την έννοια της οικουμενικότητας ως τρόπο ζωής.
Από την πλευρά του, ο καρδινάλιος Ζαν-Μαρκ Αβελίν, αρχιεπίσκοπος Μασσαλίας και πρόεδρος της Συνέλευσης των Καθολικών Επισκόπων της Γαλλίας, εξήρε τη συμβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στον διαχριστιανικό διάλογο. Αναφέρθηκε στη μαρτυρία που αναπτύχθηκε επί Πατριαρχών Αθηναγόρα και Βαρθολομαίου, υπογραμμίζοντας ότι η συμφιλίωση μπορεί να υπερβαίνει τα σύνορα ακόμη και όταν οι χριστιανικές κοινότητες βρίσκονται σε ευάλωτη θέση.
Ο Αβελίν επισήμανε ακόμη ότι η ειρήνη προϋποθέτει την ακρόαση του άλλου, τον σεβασμό, τη συγχώρεση και την καταπολέμηση της αδικίας και της φτώχειας, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων γενεών.
Η συνάντηση στην Ασίζη, σαράντα χρόνια μετά την ιστορική ημέρα προσευχής που συγκάλεσε ο πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ το 1986, ανέδειξε εκ νέου τη σημασία του διαλόγου μεταξύ των θρησκειών και των χριστιανικών παραδόσεων. Ένα μήνυμα που, όπως προκύπτει από την παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριάρχη, παραμένει επίκαιρο σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να αναζητά δρόμους ειρήνης, συνεννόησης και ενότητας.
www.worldenergynews.gr






