AD
Βιομηχανία & Απανθρακοποίηση

EY: Τα εξαντλούμενα κοιτάσματα και το αυξανόμενο κόστος δυσκολεύουν την εξόρυξη κρίσιμων ορυκτών

EY: Τα εξαντλούμενα κοιτάσματα και το αυξανόμενο κόστος δυσκολεύουν την εξόρυξη κρίσιμων ορυκτών
Στην έκθεση «Top 10 Business Risks and Opportunities in Mining and Metals», η λειτουργική πολυπλοκότητα αναδεικνύεται στον μεγαλύτερο κίνδυνο για το 2027

Η γήρανση των μεταλλείων, η υποχώρηση της περιεκτικότητας των κοιτασμάτων και οι ολοένα πιο σύνθετες συνθήκες εξόρυξης δημιουργούν αυξανόμενες πιέσεις στη μεταλλευτική βιομηχανία, απειλώντας τη δυνατότητα διατήρησης της παραγωγής κρίσιμων ορυκτών. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας έκθεσης της EY, η οποία καταγράφει τις σημαντικότερες επιχειρηματικές απειλές και ευκαιρίες για τον κλάδο.

Στην έκθεση «Top 10 Business Risks and Opportunities in Mining and Metals», η λειτουργική πολυπλοκότητα αναδεικνύεται στον μεγαλύτερο κίνδυνο για το 2027. Ακολουθούν η πρόσβαση σε κεφάλαια, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, η αύξηση του κόστους και οι γεωπολιτικές εξελίξεις. Τα συμπεράσματα βασίζονται σε έρευνα μεταξύ 400 ανώτατων στελεχών της παγκόσμιας μεταλλευτικής και μεταλλουργικής βιομηχανίας.

«Η εξόρυξη ήταν ανέκαθεν μια σύνθετη δραστηριότητα, όμως ο βαθμός λειτουργικής πολυπλοκότητας αυξάνεται καθώς τα μεταλλεία παλαιώνουν, τα αποθέματα εξαντλούνται και τα νέα κοιτάσματα είναι δυσκολότερα στην εξόρυξη και την επεξεργασία», δήλωσε ο επικεφαλής του παγκόσμιου τομέα Μεταλλείων και Μετάλλων της EY, Paul Mitchell.

Οι προκλήσεις αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα στην αγορά κρίσιμων ορυκτών, τα οποία οι κυβερνήσεις θεωρούν πλέον απαραίτητα για τη βιομηχανική ανάπτυξη και την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων. Οι παραγωγοί καλούνται να αναπληρώσουν τα αποθέματα που εξαντλούνται, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα δυσκολότερες συνθήκες εξόρυξης, περιορισμούς στη χρηματοδότηση και μεταβαλλόμενες κρατικές πολιτικές.

Τα παλαιά κοιτάσματα αυξάνουν την πολυπλοκότητα

Σύμφωνα με την έρευνα της EY, σημαντικότερος παράγοντας που επιβαρύνει τη λειτουργία των μεταλλείων είναι οι καθυστερήσεις στη συμμόρφωση με τις κανονιστικές απαιτήσεις. Ακολουθεί η μεταβλητότητα στην περιεκτικότητα των αποθεμάτων, την οποία ανέφερε το 29% των συμμετεχόντων.

Η διαθεσιμότητα εργατικού δυναμικού, η διαχείριση των υλικών, η δυναμικότητα επεξεργασίας, οι μεταφορές και η αξιοπιστία του εξοπλισμού επηρεάζουν επίσης τη λειτουργία των επιχειρήσεων, με ποσοστά αναφοράς μεταξύ 24% και 26%.

Καθώς τα μεταλλεία ωριμάζουν, περιορίζονται οι δυνατότητες των διαχειριστών τους να προσαρμόζουν τα προγράμματα παραγωγής, να αναμειγνύουν διαφορετικές ποιότητες μεταλλεύματος ή να ανακατευθύνουν τις πρώτες ύλες μεταξύ των μονάδων επεξεργασίας. Η μικρότερη ευελιξία δυσκολεύει την αντιμετώπιση απρόβλεπτων διαταραχών, αυξάνοντας δυνητικά το κόστος και περιορίζοντας την παραγωγή.

Την ίδια στιγμή, η ανάπτυξη νέων κοιτασμάτων που θα αντικαταστήσουν τα εξαντλούμενα αποθέματα απαιτεί την αντιμετώπιση πιο απαιτητικών τεχνικών και γεωλογικών συνθηκών.

Δυσκολότερη η εξασφάλιση κεφαλαίων

Η πρόσβαση σε χρηματοδότηση αποτελεί τον δεύτερο σημαντικότερο κίνδυνο για τον κλάδο. Παρότι τα διαθέσιμα κεφάλαια δεν έχουν εκλείψει, οι επενδυτές εμφανίζονται πιο επιλεκτικοί, καθώς οι τιμές των εμπορευμάτων ακολουθούν διαφορετικές πορείες. Ως αποτέλεσμα, οι μεταλλευτικές εταιρείες καλούνται να επανεξετάσουν τον τρόπο χρηματοδότησης νέων έργων, αλλά και της διατήρησης των υφιστάμενων δραστηριοτήτων τους.

Η έρευνα δείχνει ότι το 44% των εταιρειών αναζητά χρηματοδότηση από κατασκευαστές πρωτότυπου εξοπλισμού (OEMs), ενώ το 39% στρέφεται σε κρατικά επενδυτικά ταμεία και ισόποσο ποσοστό επιδιώκει να προσελκύσει κρατικές επενδύσεις.

«Η πρόσβαση σε διαφορετικές πηγές χρηματοδότησης θα είναι καθοριστική, καθώς οι εταιρείες επιδιώκουν να διατηρήσουν την ευελιξία τους όταν μεταβάλλονται οι συνθήκες της αγοράς», σημείωσε ο Mitchell.

Οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, που κατατάσσονται στην τρίτη θέση, επιβαρύνουν περαιτέρω τη λειτουργία των μεταλλείων, επηρεάζοντας την παράδοση απαραίτητων υλικών, τις διαδικασίες επεξεργασίας και την πρόσβαση στις αγορές.

Για να περιορίσουν την έκθεσή τους σε τέτοιους κινδύνους, το 53% των εταιρειών επενδύει σε τεχνολογίες που ενισχύουν την ορατότητα σε όλο το μήκος της εφοδιαστικής αλυσίδας, ενώ το 52% αυξάνει τα αποθέματα και τις ποσότητες πρώτων υλών που διατηρεί σε εφεδρεία.

Πρόσθετη πίεση ασκεί η αύξηση του κόστους. Ακόμη και οι υψηλότερες τιμές ορισμένων εμπορευμάτων δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν πλήρως την ακρίβεια των εισροών και τις αυξημένες απαιτήσεις λειτουργίας των πιο σύνθετων μεταλλευτικών εγκαταστάσεων.

Ο Mitchell επισήμανε ότι οι πρωτοβουλίες για την αύξηση της παραγωγικότητας συχνά υπονομεύονται από την αποσπασματική λειτουργία των οργανωτικών μονάδων. Όπως ανέφερε, αποδίδουν περισσότερο όταν εφαρμόζονται σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας και όχι ως μεμονωμένα προγράμματα περικοπής δαπανών.

Η κρατική παρέμβαση αλλάζει τον χάρτη των κρίσιμων ορυκτών

Η προσπάθεια των κυβερνήσεων να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες προσθέτει μια ακόμη γεωπολιτική διάσταση στις λειτουργικές και χρηματοδοτικές προκλήσεις του κλάδου.

Σύμφωνα με την EY, οι δεσμεύσεις δημόσιας χρηματοδότησης για κρίσιμα ορυκτά υπερτετραπλασιάστηκαν μεταξύ 2023 και 2025, φτάνοντας περίπου τα 65 δισ. δολάρια. Παράλληλα, το 28% των στελεχών που συμμετείχαν στην έρευνα αναμένει άμεσες κρατικές επενδύσεις μέσα στους επόμενους 12 μήνες.

«Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο την ασφαλή προμήθεια ορυκτών ως στρατηγική προτεραιότητα και θεσπίζουν κίνητρα για την ενίσχυση της εγχώριας εξόρυξης, επεξεργασίας και διύλισης», ανέφερε ο Mitchell.

Η αυξανόμενη κρατική συμμετοχή μπορεί να δημιουργήσει νέες δυνατότητες χρηματοδότησης για την ανάπτυξη μεταλλευτικών έργων. Ωστόσο, οι μεταβολές στις εμπορικές σχέσεις, στις βιομηχανικές πολιτικές και στις επενδυτικές συνθήκες ενδέχεται να δυσκολέψουν τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Η γεωπολιτική κατατάσσεται στην πέμπτη θέση των κινδύνων, αλλά η επίδρασή της επεκτείνεται στις αποφάσεις κατανομής κεφαλαίων, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στην επιλογή των χωρών όπου θα αναπτυχθούν νέα έργα.

Ο επικεφαλής της EY προειδοποίησε ότι η αβεβαιότητα θα διατηρηθεί και πέρα από τις βραχυπρόθεσμες πολιτικές εξελίξεις, συμπεριλαμβανομένων των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, καθιστώντας αναγκαία την ενσωμάτωση μεγαλύτερης ευελιξίας στις επενδυτικές στρατηγικές των μεταλλευτικών ομίλων.

Η τεχνολογία και ο νέος κίνδυνος κυβερνοασφάλειας

Η τεχνητή νοημοσύνη, ο αυτοματισμός και η βελτίωση της αποδοτικότητας των διαδικασιών επεξεργασίας μπορούν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση ορισμένων από τα προβλήματα του κλάδου. Ωστόσο, η αυξημένη ψηφιακή διασύνδεση δημιουργεί παράλληλα νέες απειλές για την ασφάλεια των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων.

Η κυβερνοασφάλεια εισήλθε στη δεκάδα των σημαντικότερων κινδύνων της EY για το 2027. Σύμφωνα με την έρευνα, το 67% των περιουσιακών στοιχείων των εταιρειών εξόρυξης και μετάλλων βρίσκεται σε ζώνη ευπάθειας, η οποία χαρακτηρίζεται από χαμηλότερη του μέσου όρου ορατότητα και ανεπαρκείς ελέγχους κυβερνοασφάλειας.

Τη δεκάδα των κινδύνων συμπληρώνουν οι εκπομπές άνθρακα, η βιωσιμότητα, τα μεταβαλλόμενα επιχειρηματικά μοντέλα και η κοινωνική αποδοχή της λειτουργίας των μεταλλείων.

Για τους παραγωγούς κρίσιμων ορυκτών, τα ευρήματα αναδεικνύουν μια ολοένα εντονότερη αντίφαση: από τη μία πλευρά, οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να εξασφαλίσουν επαρκείς προμήθειες πρώτων υλών και, από την άλλη, η μεταλλευτική βιομηχανία δυσκολεύεται να αναπτύξει και να διατηρήσει την παραγωγή σε κοιτάσματα που γίνονται όλο και πιο απαιτητικά.

«Το σημαντικό είναι να μην περιμένουμε να εξαφανιστεί αυτή η αβεβαιότητα, γιατί δεν πρόκειται να συμβεί. Αντίθετα, οι μεταλλευτικές εταιρείες πρέπει να επανεξετάσουν τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι στρατηγικές, τα χαρτοφυλάκια και οι επενδυτικές αποφάσεις τους, ενσωματώνοντας μεγαλύτερη ευελιξία στον τρόπο λειτουργίας τους», κατέληξε ο Mitchell.

www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης