Η συμφωνία για την επανέναρξη εισαγωγών ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ αποτελεί, σύμφωνα με ανάλυση, μόνο το πρώτο βήμα στις ευρύτερες επιδιώξεις της Μόσχας για χαλάρωση του καθεστώτος κυρώσεων. Πέρα από το περιορισμένο οικονομικό όφελος της συγκεκριμένης συμφωνίας, η Ρωσία επιδιώκει να δημιουργήσει προηγούμενο που θα δείχνει ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να κάνει εξαιρέσεις στους περιορισμούς που έχει επιβάλει.
Σύμφωνα με το Atlantic Council, η στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στη Ρωσία διαφοροποιείται διαχρονικά από την προσέγγισή του προς άλλες χώρες. Ενώ απέναντι σε συμμάχους και αντιπάλους έχει χρησιμοποιήσει δασμούς και άλλες οικονομικές κυρώσεις ως διαπραγματευτικό εργαλείο, στην περίπτωση της Μόσχας έχει επανειλημμένα ταχθεί κατά της άσκησης οικονομικής πίεσης, προτείνοντας ακόμη και κίνητρα που δημιουργούν αβεβαιότητα ως προς τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων με την ισχύουσα νομοθεσία.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Αμερικανός πρόεδρος έδωσε εντολή στο Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ (OFAC) να εκδώσει προσωρινή άδεια για συναλλαγές που αφορούν ρωσικό ντίζελ, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί να απομακρύνει τη Ρωσία από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, το πρώτο φορτίο που αναχώρησε από τη Ρωσία με προορισμό τις ΗΠΑ την Πέμπτη δεν έχει ακόμη βρει αγοραστή ούτε λιμάνι υποδοχής.
Ακολούθησε η εξαίρεση από κυρώσεις που συνδέονται με τη Ρωσία βάσει του νόμου Lindsey Graham, καθώς και η αναστολή δασμολογικών μέτρων που θα στόχευαν μεγάλους εισαγωγείς ρωσικής ενέργειας. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι εξετάζει το αίτημα της Μόσχας για άρση των κυρώσεων κατά του Ρωσικού Ταμείου Άμεσων Επενδύσεων (RDIF). Ο επικεφαλής του, Κίριλ Ντμίτριεφ, προωθεί το Ταμείο ως δίαυλο διεκπεραίωσης πληρωμών για τις αποστολές ντίζελ.
Η άνοδος των τιμών του ντίζελ σε ιστορικά υψηλά επίπεδα προσφέρει στον Τραμπ ένα πολιτικό επιχείρημα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, καθώς μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία με τη Μόσχα ως άμεση παρέμβαση για την αντιμετώπιση του κόστους των καυσίμων. Ωστόσο, οι ποσότητες ρωσικού ντίζελ που αναμένεται να φτάσουν στις ΗΠΑ είναι πολύ μικρές για να επηρεάσουν ουσιαστικά τις τιμές στην αντλία. Αντίστοιχα περιορισμένη θα είναι και η συμβολή τους στη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος της Ρωσίας.
Το μεγαλύτερο όφελος για τη Μόσχα ενδέχεται να βρίσκεται αλλού: στη σταδιακή αποδυνάμωση της αυστηρότητας με την οποία εφαρμόζονται οι κυρώσεις. Η συμφωνία για το ντίζελ, η πιθανή πώληση των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της Lukoil και άλλα οικονομικά κίνητρα που εξετάζονται για την προσέγγιση της Ρωσίας ενισχύουν την εικόνα μιας πιο ελαστικής αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Μόσχα, σε μια περίοδο που η ρωσική οικονομία αντιμετωπίζει επίμονο πληθωρισμό και δημοσιονομικές πιέσεις.
Τι επιτρέπει η προσωρινή άδεια για το ρωσικό ντίζελ
Η άδεια που εξέδωσε η αμερικανική κυβέρνηση στις 9 Οκτωβρίου, γνωστή ως General License 135, επιτρέπει έως τις 7 Απριλίου 2027 συναλλαγές που σχετίζονται με την πώληση, την παράδοση, την εκφόρτωση και την εισαγωγή ντίζελ ρωσικής προέλευσης.
Αμέσως μετά την έκδοσή της, διατυπώθηκαν αμφιβολίες για τη νομιμότητά της, καθώς φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με τον νόμο του 2022 για την απαγόρευση εισαγωγής ρωσικού πετρελαίου και ενεργειακών προϊόντων (Ending Importation of Russian Oil Act). Ο νόμος προβλέπει ότι η απαγόρευση μπορεί να αρθεί μόνο εφόσον ο πρόεδρος πιστοποιήσει στο Κογκρέσο ότι η Ρωσία έχει συμφωνήσει σε αποδεκτή από την Ουκρανία συμφωνία για την αποχώρηση των δυνάμεών της και τον τερματισμό των εχθροπραξιών, ότι δεν συνιστά άμεση απειλή για κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ και ότι αναγνωρίζει το δικαίωμα του ουκρανικού λαού να επιλέξει ελεύθερα και ανεξάρτητα την κυβέρνησή του. Προβλέπεται επίσης διαβούλευση με το Κογκρέσο τουλάχιστον 45 ημέρες πριν από την υποβολή της σχετικής πιστοποίησης.
Οι προϋποθέσεις αυτές δεν έχουν εκπληρωθεί. Ωστόσο, ο νόμος του 2022 δεν περιορίζει ρητά τη δυνατότητα του OFAC να εκδίδει προσωρινές γενικές άδειες, ενώ στην πράξη το Κογκρέσο έχει περιορισμένα περιθώρια να εμποδίσει τις εισαγωγές.
Την εφαρμογή της νομοθεσίας έχει αναλάβει το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ. Καθώς η παραγραφή για παραβιάσεις των κυρώσεων είναι δεκαετής, οι εισαγωγείς ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με έλεγχο από μελλοντική κυβέρνηση, ιδίως εάν δικαστήριο κρίνει ότι η άδεια υπερέβη τις αρμοδιότητες του OFAC. Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι επιχειρήσεις θα συνυπολογίσουν αυτόν τον κίνδυνο στις σημερινές αποφάσεις τους ή θα προχωρήσουν στις εισαγωγές, εφόσον τα περιθώρια κέρδους είναι αρκετά υψηλά.
Τράπεζες, πλοιοκτήτες και ασφαλιστές αντιμέτωποι με αυξημένους κινδύνους
Για τον ιδιωτικό τομέα, σημαντικότερο εμπόδιο ενδέχεται να αποδειχθεί το κόστος συμμόρφωσης και η περιορισμένη διάρκεια ισχύος της άδειας. Οι τράπεζες θα πρέπει να αποφασίσουν εάν είναι διατεθειμένες να διεκπεραιώσουν πληρωμές στο πλαίσιο μιας προσωρινής ρύθμισης, αναλαμβάνοντας παράλληλα τον κίνδυνο πιθανών κυρώσεων.
Οι αμερικανικές τράπεζες έχουν περιορίσει σημαντικά την έκθεσή τους στη Ρωσία τα τελευταία χρόνια. Το υψηλό κόστος των ελέγχων και ο κίνδυνος προστίμων ενδέχεται να τις οδηγήσουν στη συνέχιση της αποχής από συναλλαγές με τη χώρα, αντί να αναλάβουν περίπλοκες διαδικασίες για περιορισμένα έσοδα.
Επιπλέον, ομάδα Δημοκρατικών από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία απέστειλε επιστολές σε μεγάλες αμερικανικές τράπεζες, προειδοποιώντας για αυξημένο νομικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο της συμφωνίας. Ζήτησε ειδικότερα τη διατήρηση όλων των αρχείων που αφορούν τις εισαγωγές ρωσικού ντίζελ βάσει της προσωρινής άδειας. Το μήνυμα προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι ότι ακόμη και συναλλαγές που επιτρέπονται σήμερα μπορεί να δημιουργήσουν μακροπρόθεσμες νομικές υποχρεώσεις.
Ανάλογα προβλήματα αναμένεται να αντιμετωπίσει και η ναυτιλιακή βιομηχανία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρούν τις απαγορεύσεις για το ρωσικό ντίζελ, γεγονός που σημαίνει ότι φορτία τα οποία μπορούν να εισαχθούν νόμιμα στις ΗΠΑ ενδέχεται να παραμένουν απαγορευμένα για Ευρωπαίους πλοιοκτήτες, εμπόρους και ασφαλιστές, οι οποίοι κατέχουν σημαντικό μερίδιο της διεθνούς ναυτιλιακής δραστηριότητας.
Το ζήτημα έχει ήδη ανακύψει με το πρώτο φορτίο ρωσικού ντίζελ προς τις ΗΠΑ, το οποίο μεταφέρεται με δεξαμενόπλοιο υπό σημαία Μάλτας. Παρότι η General License 135 δεν αναφέρεται ρητά στο ανώτατο όριο τιμής, τα πλοία με σημαία κράτους-μέλους της ΕΕ εξακολουθούν να δεσμεύονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Επομένως, το φορτίο μπορεί να μεταφερθεί νόμιμα μόνο εφόσον έχει πωληθεί σε τιμή ίση ή χαμηλότερη από το όριο των 100 δολαρίων ανά βαρέλι που ισχύει για το ντίζελ.
Εάν η ΕΕ επαναφέρει την πρόταση για πλήρη απαγόρευση των ναυτιλιακών υπηρεσιών που συνδέονται με τη μεταφορά ρωσικού αργού και πετρελαϊκών προϊόντων, τα πλοία με ευρωπαϊκή σημαία δεν θα μπορούν πλέον να μεταφέρουν καθόλου ρωσικό ντίζελ.
Ένα ακόμη πρόβλημα είναι ότι η αμερικανική άδεια δεν προσδιορίζει με σαφήνεια τι περιλαμβάνει ο όρος «καύσιμο ντίζελ». Έτσι, εισαγωγείς και ναυτιλιακές εταιρείες θα πρέπει να αξιολογήσουν εάν επιτρέπονται ενδιάμεσες κατηγορίες προϊόντων, όπως το ναυτιλιακό πετρέλαιο (marine gasoil), το πετρέλαιο θέρμανσης και τα μείγματα καυσίμων.
Οι έλεγχοι θα επεκτείνονται και στα ίδια τα πλοία, καθώς πολλά δεξαμενόπλοια του λεγόμενου σκιώδους στόλου που συνδέονται με τη Ρωσία υπόκεινται σε κυρώσεις από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την ΕΕ. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να εξετάζουν όχι μόνο το φορτίο, αλλά και το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τη διαχείριση και τις επιχειρησιακές σχέσεις κάθε πλοίου.
Το πρόσθετο κόστος συμμόρφωσης, σε συνδυασμό με τον περιορισμένο αριθμό επιλέξιμων πλοίων και ασφαλιστών, μπορεί να αυξήσει τα ναύλα και τα ασφάλιστρα. Αυτό θα επιβαρύνει το τελικό κόστος του ρωσικού ντίζελ ή θα αναγκάσει τους πωλητές να προσφέρουν μεγαλύτερες εκπτώσεις.
Δύο δεξαμενόπλοια με κυρώσεις δυσκολεύουν τις παραδόσεις
Οι δυσκολίες είναι ήδη ορατές σε δύο πλοία που μεταφέρουν ρωσικό ντίζελ και αναμένεται να φτάσουν στις ΗΠΑ την επόμενη εβδομάδα. Το Talisman υπόκειται σε κυρώσεις από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την ΕΕ, ενώ το Leruo περιλαμβάνεται σε καταλόγους κυρώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου, της ΕΕ και του Καναδά.
Το Talisman εμπίπτει ειδικότερα στην απαγόρευση της Προκήρυξης 10371, η οποία αποκλείει πλοία που συνδέονται με τη Ρωσία από την είσοδο σε αμερικανικά λιμάνια. Μία πιθανή εναλλακτική θα ήταν η μεταφόρτωση του ντίζελ εν πλω σε μη κυρωμένο πλοίο. Ωστόσο, οι μεταφορτώσεις από πλοίο σε πλοίο θεωρούνται συχνά ένδειξη πιθανής παράκαμψης κυρώσεων.
Ακόμη και αν επιτραπεί στο Talisman να προσεγγίσει αμερικανικό λιμάνι, οι διαχειριστές λιμένων και οι πάροχοι υπηρεσιών θα πρέπει να βασιστούν σε μια μη δοκιμασμένη ερμηνεία της General License 135, σύμφωνα με την οποία η άδεια καλύπτει και πλοία που τελούν υπό καθεστώς δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται για σημαντικό νομικό κίνδυνο, καθώς το κείμενο της άδειας δεν διευκρινίζει το συγκεκριμένο ζήτημα.
Παράλληλα, το πλοίο είναι πιθανό να μην διαθέτει ασφαλιστική κάλυψη από αναγνωρισμένο διεθνή οργανισμό, κάτι που μπορεί να εμποδίσει την εκπλήρωση των αμερικανικών απαιτήσεων για δεξαμενόπλοια που εισέρχονται στα χωρικά ύδατα των ΗΠΑ. Νομική έκθεση αντιμετωπίζουν και οι αγοραστές και οι τράπεζες, καθώς οι πληρωμές για τη μεταφορά θα κατευθύνονται στον ιδιοκτήτη του πλοίου, τη Sovcomflot, η οποία εξακολουθεί να υπόκειται σε κυρώσεις του OFAC.
Στην πράξη, η General License 135 μεταφέρει μεγάλο μέρος της ευθύνης συμμόρφωσης στις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι μεγαλύτεροι παίκτες της αγοράς αναμένεται να εμφανιστούν απρόθυμοι να συμμετάσχουν, λόγω της προσωρινής ισχύος της ρύθμισης και της αβεβαιότητας γύρω από την εφαρμογή της.
Προηγούμενες εξαιρέσεις από τις κυρώσεις που χρησιμοποιήθηκαν ως διαπραγματευτικό εργαλείο έχουν επίσης αποδειχθεί απρόβλεπτες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η General License X, την οποία χορήγησε η κυβέρνηση Τραμπ τον Ιούνιο του 2026, επιτρέποντας προσωρινά την πώληση ιρανικού πετρελαίου που υπόκειται σε κυρώσεις. Η άδεια ανακλήθηκε στις αρχές Ιουλίου, όταν οι συνομιλίες κατέρρευσαν.
Τι επιδιώκει πραγματικά η Μόσχα
Το οικονομικό όφελος από τη συγκεκριμένη συμφωνία είναι περιορισμένο και για τις δύο πλευρές, ιδίως εξαιτίας των συνεχιζόμενων νομικών αβεβαιοτήτων. Οι ποσότητες ρωσικού ντίζελ που αναμένεται να εισαχθούν στις ΗΠΑ υπολογίζονται κατά μέσο όρο σε περίπου 150.000 βαρέλια ημερησίως για διάστημα τριών μηνών. Πρόκειται για λιγότερο από το 4% της ημερήσιας αμερικανικής κατανάλωσης, η οποία ανέρχεται σε περίπου 4 εκατ. βαρέλια.
Τα έσοδα από αυτές τις εξαγωγές δεν επαρκούν ούτε για να αντιμετωπίσουν τις δημοσιονομικές δυσκολίες της Ρωσίας. Για να γίνει κατανοητή η στρατηγική της Μόσχας, πρέπει επομένως να εξεταστούν τα πρόσθετα αιτήματα που προωθεί μετά την εξασφάλιση της εξαίρεσης για το ντίζελ.
Η Ρωσία αναμένεται να παρουσιάσει τις νέες διεκδικήσεις της ως πρακτικές διευκολύνσεις για την είσπραξη πληρωμών. Ωστόσο, το ευρύτερο μήνυμα που επιδιώκει να εκπέμψει είναι ότι οι ΗΠΑ είναι πρόθυμες να χαλαρώσουν επιμέρους περιορισμούς του καθεστώτος κυρώσεων.
Η General License 135 διατηρεί έναν βασικό περιορισμό: απαγορεύει συναλλαγές που εξυπηρετούν την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας και το Εθνικό Ταμείο Ευημερίας. Ο Κίριλ Ντμίτριεφ, ο οποίος είναι επίσης απεσταλμένος του Βλαντίμιρ Πούτιν, έχει ήδη προτείνει να αφαιρεθεί από τον κατάλογο κυρώσεων το RDIF, ένα διαφορετικό ρωσικό επενδυτικό ταμείο. Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν επιβεβαιώσει ότι το αίτημα εξετάζεται.
Μια τέτοια κίνηση δεν είναι απαραίτητη για την υλοποίηση της συμφωνίας, καθώς δεκάδες ρωσικές τράπεζες εξακολουθούν να μην υπόκεινται σε κυρώσεις και μπορούν να δέχονται συναλλαγές από τη Δύση. Η δημιουργία, όμως, πρόσθετων διαύλων πληρωμών θα διευκόλυνε σημαντικά τη Μόσχα στην προσπάθειά της να ανακτήσει ρωσικά περιουσιακά στοιχεία που έχουν δεσμευτεί στη Δύση από την έναρξη της πλήρους εισβολής στην Ουκρανία.
Πέρα από το ντίζελ, η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται διατεθειμένη να εξετάσει και ευρύτερες μορφές οικονομικής συνεργασίας ως κίνητρο για την επιστροφή της Ρωσίας στις διαπραγματεύσεις. Μεταξύ των προτάσεων που φέρεται να βρίσκονται υπό συζήτηση περιλαμβάνονται κοινά έργα υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην Αρκτική, καθώς και συνεργασίες στον τομέα των κέντρων δεδομένων.
Ορισμένες από αυτές τις ιδέες θεωρούνται δύσκολο να υλοποιηθούν, ενώ άλλες ενδέχεται να αποκτήσουν μεγαλύτερη δυναμική στις διμερείς συνομιλίες. Η πώληση των διεθνών περιουσιακών στοιχείων της ρωσικής πετρελαϊκής εταιρείας Lukoil, η αξία των οποίων υπολογίζεται σε 22 δισ. δολάρια, εμφανίζεται ως η πλέον προχωρημένη περίπτωση.
Η επικρατέστερη προσφορά προέρχεται από κοινοπραξία υπό την ηγεσία Αμερικανού επενδυτή, στην οποία συμμετέχει με ποσοστό 15% και η Αμερικανική Εταιρεία Χρηματοδότησης Διεθνούς Ανάπτυξης (DFC). Η πώληση θα μπορούσε να αποφέρει σημαντικά έσοδα στη Ρωσία, αν και η αμερικανική κυβέρνηση έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι τα χρήματα θα παραμείνουν σε δεσμευμένο λογαριασμό όσο εξακολουθούν να ισχύουν οι κυρώσεις.
Στο πεδίο του LNG, έχουν επίσης διατυπωθεί προτάσεις για κοινά έργα. Πριν από τη σύνοδο κορυφής στην Αλάσκα με τον Πούτιν το 2025, η κυβέρνηση Τραμπ φέρεται να συζήτησε το ενδεχόμενο αξιοποίησης ρωσικών πυρηνοκίνητων παγοθραυστικών για την υποστήριξη της ανάπτυξης έργων φυσικού αερίου και LNG στην Αλάσκα.
Εν τω μεταξύ, υπάρχουν ήδη ενδείξεις ρωσικής συμμετοχής σε σχέδιο LNG στην περιοχή. Η Polar LNG, η οποία αναπτύσσει έργο στη βόρεια πλαγιά της Αλάσκας, έχει λάβει τεχνολογία και χρηματοδότηση από τη Novatek, τη ρωσική εταιρεία LNG που υπόκειται εν μέρει σε κυρώσεις. Η Novatek ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα ότι προχωρά στην απόκτηση μειοψηφικού μεριδίου στο έργο.
Αντίθετα, άλλες ιδέες, όπως η δημιουργία κοινών κέντρων δεδομένων που θα τροφοδοτούνται από ρωσική πυρηνική ενέργεια, φαίνεται να αποτελούν προς το παρόν προτάσεις που προωθεί η Μόσχα, προκειμένου να προβάλει διεθνώς την εικόνα μιας ενισχυόμενης αμερικανορωσικής συνεργασίας.
Παρά τους κινδύνους που συνοδεύουν αρκετές από αυτές τις προτάσεις, δεν θεωρείται πιθανό να οδηγήσουν σύντομα σε ουσιαστική οικονομική συνεργασία. Ο ιδιωτικός τομέας των ΗΠΑ αναμένεται να παραμείνει επιφυλακτικός, λόγω του υψηλού ρίσκου που συνεπάγεται η δραστηριοποίηση στη Ρωσία.
Ωστόσο, ακόμη και χωρίς να υλοποιηθούν, οι προτάσεις και οι σχετικές διαρροές στέλνουν ένα σαφές μήνυμα στις διεθνείς αγορές. Χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τρίτων χωρών, τα οποία μέχρι σήμερα απέφευγαν τις συναλλαγές με τη Ρωσία υπό τον φόβο κυρώσεων από το OFAC και αποκλεισμού από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα που βασίζεται στο δολάριο, ενδέχεται πλέον να επανεξετάσουν τη στάση τους εάν η Ουάσιγκτον στηρίξει αντίστοιχα έργα.
Αυτό είναι το ευρύτερο διακύβευμα για τη Μόσχα: όχι τόσο η αύξηση των εξαγωγών ντίζελ προς τις ΗΠΑ, όσο η διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος μεγαλύτερης ανοχής απέναντι στις ρωσικές συναλλαγές και η σταδιακή χαλάρωση της εφαρμογής των κυρώσεων.
www.worldenergynews.gr






