Η κινεζική κυριαρχία στην επεξεργασία και οι αυξανόμενες ανάγκες για μαγνήτες δημιουργούν ελλείψεις και νέες επενδυτικές ευκαιρίες στη δυτική βιομηχανία
Η αυξανόμενη εξάρτηση της παγκόσμιας βιομηχανίας από τις σπάνιες γαίες και η κυριαρχία της Κίνας στην επεξεργασία τους δημιουργούν σημαντικές πιέσεις στις δυτικές αλυσίδες εφοδιασμού, ανοίγοντας παράλληλα νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες για εταιρείες που αναπτύσσουν παραγωγική δυναμικότητα εκτός Κίνας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σαμάριο, η τιμή του οποίου στη Βόρεια Αμερική φτάνει έως και τις 346 φορές την αντίστοιχη κινεζική, ενώ το δυσπρόσιο κοστίζει πέντε φορές περισσότερο και το ύττριο πάνω από 100 φορές περισσότερο.
Οι μεγάλες διαφορές τιμών αναδεικνύουν τις επιπτώσεις της συγκέντρωσης της παραγωγής και της επεξεργασίας στην Κίνα, αλλά και το κόστος που θα αντιμετώπιζε η δυτική βιομηχανία σε περίπτωση διακοπής των κινεζικών εξαγωγών.
Οι σπάνιες γαίες αποτελούν βασικές πρώτες ύλες για την παραγωγή μόνιμων μαγνητών, οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε κινητήρες αεροσκαφών, ηλεκτρικά οχήματα, ανεμογεννήτριες, βιομηχανικούς κινητήρες και ιατρικό εξοπλισμό.
Ωστόσο, η Κίνα εξακολουθεί να κυριαρχεί στην αλυσίδα εφοδιασμού, με τους περισσότερους Αμερικανούς κατασκευαστές να εξαρτώνται από κινεζικές προμήθειες.
Το κρίσιμο σημείο συμφόρησης στην παραγωγή
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα δεν αφορά μόνο την εξόρυξη των σπάνιων γαιών, αλλά κυρίως τη μετατροπή τους σε μέταλλα και κράματα που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή μαγνητών.
Σύμφωνα με την Canaccord Genuity, η Κίνα ελέγχει πάνω από το 90% της παγκόσμιας δυναμικότητας μεταλλοποίησης, η οποία ανέρχεται σε 210.000 τόνους. Οι αναλυτές χαρακτηρίζουν τον συγκεκριμένο τομέα σημαντικό κενό στη δυτική αλυσίδα εφοδιασμού.
Παράλληλα, ο εξοπλισμός που απαιτείται για την παραγωγή κραμάτων παρουσιάζει μεγάλους χρόνους παράδοσης, ενώ η προμήθειά του από την Κίνα καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη λόγω των εξαγωγικών περιορισμών.
Η Canaccord εκτιμά ότι η δυναμικότητα παραγωγής μαγνητών εκτός Κίνας θα υπερτριπλασιαστεί έως το 2030, φτάνοντας περίπου τους 70.000 τόνους. Αντίθετα, η αντίστοιχη δυναμικότητα παραγωγής μετάλλων και κραμάτων αναμένεται να φτάσει μόλις τους 38.000 τόνους, καλύπτοντας περίπου το ήμισυ των αναγκών των νέων μονάδων.
Το γεγονός αυτό δημιουργεί έναν σημαντικό κίνδυνο: τα νέα εργοστάσια μαγνητών στη Δύση ενδέχεται να εξαρτώνται και πάλι από την Κίνα για την προμήθεια των απαραίτητων υλικών.
Η REalloys επιδιώκει να καλύψει το κενό
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η REalloys επιχειρεί να αποκτήσει σημαντική θέση στην αγορά μετάλλων και κραμάτων σπάνιων γαιών.
Η εταιρεία διαθέτει ήδη εγκατάσταση παραγωγής στο Euclid του Οχάιο, όπου παράγει μέταλλα σπάνιων γαιών, κράματα και υλικά μαγνητών. Υποστηρίζει ότι διαθέτει τη μοναδική λειτουργούσα δυνατότητα μεταλλοποίησης βαρέων σπάνιων γαιών στη Βόρεια Αμερική.
Παράλληλα, έχει εξασφαλίσει πρώτες ύλες εκτός Κίνας για την επέκτασή της. Διαθέτει δικαιώματα επί περίπου του 80% της διευρυμένης παραγωγής του Saskatchewan Research Council, συμπεριλαμβανομένων περίπου 525 τόνων μετάλλου NdPr ετησίως, καθώς και προϊόντων δυσπροσίου και τερβίου. Επιπλέον, έχει συνάψει 15ετή συμφωνία προμήθειας για το 15% της παραγωγής της πρώτης φάσης του έργου Tanbreez της Critical Metals Corp. στη Γροιλανδία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο σχεδιασμός νέας μονάδας δυναμικότητας 300 τόνων ετησίως για την παραγωγή σαμαρίου και γαδολινίου, στο πλαίσιο σύμβασης με την Υπηρεσία Αμυντικής Επιμελητείας των ΗΠΑ. Πρόκειται για δύο υλικά χωρίς καθιερωμένη εμπορική παραγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η REalloys ανακοίνωσε ότι διέθετε 122,4 εκατ. δολάρια σε μετρητά στα τέλη Ιουνίου, ενώ αναφέρει ότι οι σχεδιαζόμενες επεκτάσεις στο Saskatchewan και στον τομέα της μεταλλοποίησης είναι πλήρως χρηματοδοτημένες. Στόχος της είναι να δημιουργήσει τη μεγαλύτερη εγκατάσταση μεταλλοποίησης βαρέων σπάνιων γαιών εκτός Κίνας.
Η ζήτηση αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά έως το 2035
Οι προοπτικές της αγοράς ενισχύονται από την αναμενόμενη αύξηση της ζήτησης για μαγνήτες σπάνιων γαιών. Σύμφωνα με την Canaccord Genuity, η παγκόσμια ζήτηση θα μπορούσε να φτάσει τους 365.000 τόνους ετησίως έως το 2035, με την εκτίμηση να έχει αναθεωρηθεί ανοδικά κατά 15%.
Η ανάπτυξη των ηλεκτρικών οχημάτων, των κέντρων δεδομένων, των drones και των ανθρωποειδών ρομπότ αναμένεται να αποτελέσει βασικό μοχλό αυτής της αύξησης. Ειδικότερα, η Canaccord προβλέπει ετήσια αύξηση 7,3% στη ζήτηση για μαγνήτες NdFeB, ενώ οι πωλήσεις ηλεκτρικών οχημάτων αναμένεται να αυξηθούν από 23,5 εκατομμύρια φέτος σε 52 εκατομμύρια το 2035.
Παράλληλα, η ζήτηση για δυσπρόσιο και τέρβιο, δύο βαριές σπάνιες γαίες που χρησιμοποιούνται σε μαγνήτες υψηλών επιδόσεων, εκτιμάται ότι θα αυξάνεται κατά περίπου 8,8% ετησίως, σύμφωνα με έρευνα της McKinsey.
Η Canaccord προβλέπει έλλειμμα περίπου 7% στην αγορά NdPr φέτος, το οποίο αναμένεται να διατηρηθεί έως το 2028. Παρά την αναμενόμενη ενίσχυση της παραγωγής από νέα ορυχεία και διυλιστήρια, το έλλειμμα εκτιμάται ότι θα επανέλθει και θα φτάσει το 10% έως το 2035. Για το δυσπρόσιο και το τέρβιο προβλέπεται έλλειμμα 12%.
Αντίστοιχα, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) εκτιμά ότι η ζήτηση για σπάνιες γαίες που χρησιμοποιούνται σε μαγνήτες εκτός Κίνας θα αυξηθεί κατά 50% έως το 2035, προειδοποιώντας ότι η παραγωγική δυναμικότητα μεταλλοποίησης και κατασκευής μαγνητών θα παραμείνει ανεπαρκής.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η επόμενη μεγάλη πρόκληση για τη δυτική βιομηχανία δεν θα είναι μόνο η εξασφάλιση πρόσβασης σε κοιτάσματα σπάνιων γαιών, αλλά η δημιουργία επαρκούς δυναμικότητας επεξεργασίας και παραγωγής μετάλλων και κραμάτων.
Καθώς η ζήτηση αυξάνεται και οι νέες μονάδες παραγωγής μαγνητών πολλαπλασιάζονται, το συγκεκριμένο στάδιο της αλυσίδας εφοδιασμού ενδέχεται να αποτελέσει τον σημαντικότερο περιοριστικό παράγοντα, δημιουργώντας ευκαιρίες για εταιρείες που μπορούν να αναπτύξουν αξιόπιστη παραγωγή εκτός Κίνας.
www.worldenergynews.gr






