Ετήσια εξοικονόμηση 123–138 εκατ. ευρώ για τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας, με το μεγαλύτερο μέρος του οφέλους να κατευθύνεται στην Κύπρο, μπορεί να φέρει η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, σύμφωνα με τα στοιχεία μελέτης που προσομοιώνει τη λειτουργία των δύο συστημάτων το 2035, την οποία παρουσίασε χθες στο συνέδριο του ΙΕΝΕ ο καθηγητής Παντελής Μπίσκας. Παράλληλα, ο Great Sea Interconnector περιορίζει σημαντικά τις περικοπές παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές, επιτρέποντας την αξιοποίηση περισσότερης πράσινης ενέργειας και τη μείωση της εξάρτησης από ακριβότερες θερμικές μονάδες.
Η ανάλυση εξετάζει διαφορετικά επίπεδα μεταφορικής ικανότητας της διασύνδεσης, στα 500, 750 και 1.000 MW, καθώς και την επίδραση του κόστους φυσικού αερίου στην Κύπρο. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η σύνδεση των δύο αγορών δημιουργεί οικονομικά οφέλη, το μέγεθος των οποίων εξαρτάται από τη διαφορά κόστους ηλεκτροπαραγωγής μεταξύ τους. Ακόμη και όταν το κυπριακό σύστημα αποκτά πρόσβαση σε φθηνότερο φυσικό αέριο, τα οφέλη παραμένουν θετικά, αν και περιορίζονται αισθητά.
Μείωση του κόστους ηλεκτροδότησης στην Κύπρο
Στο βασικό σενάριο, η διασύνδεση των 500 MW μειώνει το μέσο κόστος προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο κατά περίπου 21,3 ευρώ ανά μεγαβατώρα ή 18%, από περίπου 120,7 σε 99,4 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Ο σχετικός υπολογισμός περιλαμβάνει τις χρεώσεις του GSI που ενσωματώνει η μελέτη.
Για το σύνολο των εξεταζόμενων σεναρίων δυναμικότητας, η ετήσια εξοικονόμηση των καταναλωτών στις δύο αγορές διαμορφώνεται στα 123–138 εκατ. ευρώ. Σχεδόν ολόκληρο το όφελος συγκεντρώνεται στην Κύπρο, ενώ η επίδραση στο μέσο κόστος προμήθειας στην Ελλάδα είναι περιορισμένη, με μεταβολές περίπου από −0,2% έως +0,1%.
Η διαφορά αυτή αντανακλά το μεγαλύτερο περιθώριο μείωσης του κόστους στο κυπριακό σύστημα. Η δυνατότητα εισαγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από την ελληνική αγορά επιτρέπει την υποκατάσταση ακριβότερης τοπικής παραγωγής, όταν οι συνθήκες τιμών ευνοούν τις εισαγωγές.
Σύμφωνα με τις προσομοιώσεις, η Κύπρος εισάγει καθαρά περίπου 1,53–1,60 τεραβατώρες ετησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 26%–27% της ζήτησής της. Επομένως, η διασύνδεση μπορεί να καλύπτει περίπου το ένα τέταρτο των ετήσιων αναγκών του νησιού, μεταβάλλοντας ουσιαστικά τον τρόπο κάλυψης της κατανάλωσης.
Πάνω από το μισό οι περικοπές πράσινης παραγωγής
Σημαντικό είναι και το όφελος για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Στο σενάριο χωρίς διασύνδεση, οι περικοπές παραγωγής ΑΠΕ στην Κύπρο φθάνουν στο 11,8%. Με τον GSI υποχωρούν περίπου στο 4,5%, δηλαδή μειώνονται περισσότερο από το μισό.
Σε απόλυτους όρους, η ενέργεια που περικόπτεται περιορίζεται από 317 γιγαβατώρες σε περίπου 79–95 γιγαβατώρες ετησίως, ανάλογα με τη δυναμικότητα της διασύνδεσης. Πρόκειται για παραγωγή που μπορεί πλέον να αξιοποιείται αντί να απορρίπτεται, βελτιώνοντας τη χρήση των εγκατεστημένων υποδομών ΑΠΕ.
Όφελος καταγράφεται και στην Ελλάδα, όπου οι περικοπές περιορίζονται από 3,1% σε περίπου 2,9%. Η επίδραση είναι μικρότερη, αλλά αποτυπώνει τη δυνατότητα της νέας διασύνδεσης να δημιουργεί πρόσθετη διέξοδο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Τι αλλάζει με φθηνότερο φυσικό αέριο
Η μελέτη αναδεικνύει, πάντως, τη σημασία του κόστους καυσίμου. Στο βασικό σενάριο χρησιμοποιούνται τιμή φυσικού αερίου 27,97 ευρώ ανά μεγαβατώρα και τιμή δικαιωμάτων εκπομπών 121,9 ευρώ ανά τόνο CO₂. Όταν εξετάζεται χαμηλότερη τιμή φυσικού αερίου ειδικά για την Κύπρο, οι κυπριακές μονάδες συνδυασμένου κύκλου γίνονται ανταγωνιστικότερες και μειώνεται η ανάγκη εισαγωγών.
Στην περίπτωση αυτή, οι καθαρές εισαγωγές της Κύπρου περιορίζονται περίπου από 1,6 σε 0,8 τεραβατώρες τον χρόνο, ενώ η διασύνδεση χρησιμοποιείται περισσότερο και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η ετήσια εξοικονόμηση για τους καταναλωτές μειώνεται περίπου κατά τα δύο τρίτα, στα 40–50 εκατ. ευρώ, αλλά παραμένει θετική.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο GSI μπορεί να προσφέρει στην Κύπρο φθηνότερη ηλεκτροδότηση και μεγαλύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ, ενώ για την Ελλάδα δημιουργεί μια πρόσθετη αγορά διάθεσης ενέργειας. Αφορούν, ωστόσο, προσομοιώσεις για το 2035 υπό συγκεκριμένες παραδοχές και πρέπει να διακρίνονται από μια πλήρη αξιολόγηση της οικονομικής απόδοσης της επένδυσης, η οποία απαιτεί συνεκτίμηση του συνολικού κόστους κατασκευής, χρηματοδότησης και λειτουργίας του έργου.
www.worldenergynews.gr






