Σημαντικές καθυστερήσεις καταγράφει η Γερμανία στην ανάπτυξη των απαραίτητων υποδομών αποθήκευσης υδρογόνου, θέτοντας σε κίνδυνο την επίτευξη των ενεργειακών της στόχων για το 2045. Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιοποίησε την Πέμπτη (5/11) η ένωση διαχειριστών εγκαταστάσεων αποθήκευσης Ines, η χώρα θα χρειαστεί αποθηκευτική δυναμικότητα 94,6 TWh υδρογόνου έως το συγκεκριμένο έτος, με το εκτιμώμενο κόστος του σχεδίου να ανέρχεται σε 56 δισ. ευρώ.
Το ποσό είναι περίπου τριπλάσιο σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις, καθώς μελέτη του Γερμανικού Οργανισμού Ενέργειας (Dena) το 2024 υπολόγιζε ότι η απαιτούμενη επένδυση δεν θα ξεπερνούσε τα 18,3 δισ. ευρώ.
Από τη συνολική αποθηκευτική δυναμικότητα που θα απαιτηθεί, οι 59,5 TWh θα πρέπει να προέλθουν από νέες εγκαταστάσεις, ενώ το υπόλοιπο μέρος θα καλυφθεί μέσω της μετατροπής υφιστάμενων υποδομών αποθήκευσης φυσικού αερίου.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, ωστόσο, αφορά το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης. Σύμφωνα με την Ines, πέρα από ορισμένα περιορισμένης κλίμακας πιλοτικά έργα, δεν έχουν ξεκινήσει ακόμη ουσιαστικές εργασίες για την ανάπτυξη των απαιτούμενων υποδομών.
Η μετατροπή μιας υφιστάμενης εγκατάστασης φυσικού αερίου σε μονάδα αποθήκευσης υδρογόνου μπορεί να απαιτήσει περίπου επτά χρόνια, ενώ η κατασκευή μιας νέας εγκατάστασης ενδέχεται να διαρκέσει έως και μία δεκαετία.
Η ένωση προειδοποιεί ότι, προκειμένου να καλυφθούν εγκαίρως οι ανάγκες που προβλέπουν τα μακροπρόθεσμα ενεργειακά σενάρια, τα πρώτα έργα νέων εγκαταστάσεων θα έπρεπε ήδη να έχουν δρομολογηθεί. Ως εκ τούτου, κάθε πρόσθετη καθυστέρηση αυξάνει τον κίνδυνο να μην αναπτυχθεί εγκαίρως η απαραίτητη αποθηκευτική δυναμικότητα.
Στα 56 δισ. ευρώ ο λογαριασμός των υποδομών
Η νέα εκτίμηση της Ines αναδεικνύει το σημαντικό χρηματοδοτικό βάρος που συνεπάγεται η μετάβαση της Γερμανίας σε ένα ενεργειακό σύστημα με πρωταγωνιστικό ρόλο για το υδρογόνο.
Η απόκλιση από την προηγούμενη μελέτη της Dena είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς το κόστος ανεβαίνει από τα 18,3 δισ. στα 56 δισ. ευρώ. Όπως επισημαίνει η Ines, οι οικονομικές προκλήσεις αποδεικνύονται σημαντικά μεγαλύτερες από εκείνες που είχαν αρχικά υπολογιστεί.
Η ανάγκη για εκτεταμένες εγκαταστάσεις αποθήκευσης συνδέεται άμεσα με τον σχεδιασμό της γερμανικής κυβέρνησης για την ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης αγοράς υδρογόνου, η οποία θα μπορεί να καλύπτει τις ανάγκες της βιομηχανίας και της ηλεκτροπαραγωγής.
Οι στόχοι για ηλεκτρόλυση και κατανάλωση έως το 2030
Η εθνική στρατηγική υδρογόνου της Γερμανίας προβλέπει την εγκατάσταση ηλεκτρολυτών συνολικής ισχύος 10 GW έως το 2030, καθώς και ετήσια κατανάλωση υδρογόνου που θα κυμαίνεται μεταξύ 95 και 130 TWh.
Ωστόσο, οι φιλοδοξίες αυτές έχουν ήδη δεχθεί πιέσεις. Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2025 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων εντός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος είναι δύσκολη.
Σε επόμενο στάδιο, από το 2045, η Γερμανία σχεδιάζει να μετατρέψει σε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο υδρογόνο ένα νέο δυναμικό 11 GW μονάδων φυσικού αερίου, για τις οποίες βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη διαγωνιστική διαδικασία.
Προκειμένου να εξυπηρετηθούν τόσο οι ανάγκες αυτών των μονάδων όσο και η αναμενόμενη βιομηχανική ζήτηση, η κυβέρνηση προχωρά παράλληλα στην ανάπτυξη ενός εκτεταμένου δικτύου μεταφοράς υδρογόνου, συνολικού μήκους 9.040 χιλιομέτρων.
Η δημιουργία του δικτύου αγωγών και των εγκαταστάσεων αποθήκευσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της μελλοντικής αγοράς υδρογόνου. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις στις επενδύσεις και η σημαντική αναθεώρηση του κόστους δημιουργούν νέα εμπόδια στον γερμανικό ενεργειακό σχεδιασμό, με το χρονικό περιθώριο για την ολοκλήρωση των υποδομών να περιορίζεται.
www.worldenergynews.gr






