Η πρόβλεψη για ελληνική συμμετοχή της τάξης του 25% στα εξοπλιστικά προγράμματα συνιστά, αναμφίβολα, μια σημαντική αλλαγή στη φιλοσοφία των αμυντικών προμηθειών, όπως επισημαίνει ο επικεφαλής της Theon, Κρίστιαν Χατζημηνάς, μιλώντας στο πλαίσιο της 90ής ΔΕΘ. Πρόκειται, όπως ανέφερε, για μια «κοσμογονική αλλαγή», καθώς για πρώτη φορά το Δημόσιο αποκτά τη δυνατότητα να θέτει εξαρχής συγκεκριμένες απαιτήσεις ως προς την ελληνική προστιθέμενη αξία κάθε προγράμματος.
Ωστόσο, το ποσοστό από μόνο του δεν αρκεί. Η ουσία βρίσκεται στο τι ακριβώς περιλαμβάνει αυτή η συμμετοχή και, κυρίως, στο κατά πόσο μαζί με κάθε έργο παραμένουν στην Ελλάδα οι κρίσιμες δυνατότητες που θα επιτρέψουν στη χώρα να αποκτήσει πραγματική αυτονομία.
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη συμμετοχή μιας ελληνικής εταιρείας σε ένα συμβόλαιο και στην απόκτηση τεχνογνωσίας, παραγωγικής ικανότητας, δυνατοτήτων συντήρησης και εξέλιξης ενός αμυντικού συστήματος. Η δεύτερη περίπτωση είναι εκείνη που μπορεί να αλλάξει πραγματικά τις προοπτικές της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε βάθος χρόνου.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κριτική του κ. Χατζημηνά για τις λεγόμενες «εταιρείες-κελύφη» στον αμυντικό τομέα. Αναφερόμενος στις πρακτικές του παρελθόντος στις ελληνικές αμυντικές προμήθειες, υπενθύμισε ότι συχνά «γινόταν μία προμήθεια και έπρεπε να δώσουμε παντού», χαρακτηρίζοντας το μοντέλο αυτό «λάθος σοσιαλισμό».
Η συγκεκριμένη πρακτική, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει πλέον εγκαταλειφθεί. Ωστόσο, το πρόβλημα μπορεί να εμφανιστεί με διαφορετική μορφή. Μια μικρή ξένη εταιρεία, η οποία εμφανίζεται ως εταίρος σε ένα πρόγραμμα χωρίς να μεταφέρει ουσιαστική τεχνογνωσία ή παραγωγική δραστηριότητα στην Ελλάδα, μπορεί στην πράξη να λειτουργήσει ως ένα νέο είδος «κελύφους».
Γι’ αυτό και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς εάν μια συμφωνία προβλέπει ελληνική συμμετοχή ή εάν μια ξένη εταιρεία πραγματοποιεί επένδυση στη χώρα. Το πραγματικό ζητούμενο είναι το αποτύπωμα που αφήνει αυτή η δραστηριότητα στην ελληνική οικονομία και, κυρίως, στην αμυντική βιομηχανία.
Η Ελλάδα χρειάζεται να αποκτά μηχανικούς και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, τεχνογνωσία, παραγωγικές υποδομές, δυνατότητες συντήρησης και αναβάθμισης, αλλά και δικαιώματα που θα της επιτρέπουν να υποστηρίζει κρίσιμα οπλικά συστήματα χωρίς να εξαρτάται απόλυτα από τον αρχικό προμηθευτή.
Το ζητούμενο, επομένως, είναι να μην περιορίζεται η ελληνική συμμετοχή σε έναν λογιστικό υπολογισμό που αποτυπώνεται σε ένα Excel. Η πραγματική επιτυχία ενός εξοπλιστικού προγράμματος θα κριθεί από το εάν η Ελλάδα μπορεί, μετά την ολοκλήρωσή του, να κάνει περισσότερα από όσα μπορούσε πριν από αυτό.
Yπογράμμισε, ότι η παρουσία διεθνών εταιρειών στην ελληνική αμυντική βιομηχανία είναι ευπρόσδεκτη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η τεχνογνωσία, οι θέσεις εργασίας και η παραγωγική δραστηριότητα που δημιουργούνται δεν θα μπορούν εύκολα να μεταφερθούν εκτός Ελλάδας.
Με άλλα λόγια, η χώρα πρέπει να εξασφαλίζει ότι μαζί με το συμβόλαιο αποκτά και μέρος των «κλειδιών» του συστήματος. Μόνο έτσι μπορεί να περιοριστεί η εξάρτηση από εξωτερικούς προμηθευτές και να δημιουργηθεί μια αμυντική βιομηχανία με πραγματικές και διατηρήσιμες δυνατότητες.
Ο κ. Χατζημηνάς τάχθηκε επίσης υπέρ μιας διαφορετικής φορολογικής και επενδυτικής πολιτικής, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται οριζόντια χαμηλότερη φορολογία, αλλά στοχευμένα κίνητρα που θα κατευθύνονται σε επενδύσεις, σύγχρονο εξοπλισμό και ανθρώπινο δυναμικό.
www.worldenergynews.gr






