AD

Ευ. Μυτιληναίος στους Financial Times: Η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει την κούρσα για το γάλλιο

Ευ. Μυτιληναίος στους Financial Times: Η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει την κούρσα για το γάλλιο
Ο κ. Μυτιληναίος τόνισε ότι ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να περιορίσει την εξάρτησή της από την Κίνα, δεν έχει ακόμη δημιουργήσει τους απαραίτητους μηχανισμούς χρηματοδότησης, ζήτησης και μακροπρόθεσμων εμπορικών δεσμεύσεων που θα επιτρέψουν στην ευρωπαϊκή παραγωγή να παραμείνει στην ευρωπαϊκή αγορά
Συνέντευξη στους Financial Times και τη δημοσιογράφο Camilla Hodgson παραχώρησε ο Executive Chairman της METLEN, Ευάγγελος Μυτιληναίος, εστιάζοντας στη δυνατότητα της METLEN να καλύψει με την παραγωγή της το σύνολο της σημερινής ευρωπαϊκής ζήτησης σε γάλλιο, αλλά και στο παράδοξο της Ευρώπης που, ενώ επιδιώκει να περιορίσει την εξάρτησή της από την Κίνα για κρίσιμες πρώτες ύλες, δεν έχει ακόμη δημιουργήσει τη ζήτηση και τους μηχανισμούς που απαιτούνται για να απορροφήσει την ευρωπαϊκή παραγωγή.
 
Στο επίκεντρο της συνέντευξης βρίσκεται το γάλλιο, όπου η METLEN σχεδιάζει ετήσια παραγωγή έως 50 τόνων, ποσότητα που, σύμφωνα με την εταιρεία, θα μπορούσε να καλύψει το σύνολο της σημερινής ευρωπαϊκής ζήτησης. Η αρχική παραγωγή αναμένεται να ξεκινήσει από το επόμενο έτος, ενώ το σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της METLEN βρίσκεται στο ιδιαίτερα χαμηλό κόστος παραγωγής, το οποίο διαμορφώνεται σήμερα κάτω από τα 300 δολάρια ανά κιλό, έναντι ευρωπαϊκής τιμής άνω των 3.000 δολαρίων ανά κιλό (όπως φαίνεται και στο γράφημα που δημοσίευσαν οι FT με πηγή το Fast Markets). Παράλληλα, στόχος της εταιρείας είναι η περαιτέρω μείωση του κόστους στα 100 δολάρια ανά κιλό, ενισχύοντας την ανθεκτικότητά της ακόμη και σε περίπτωση σημαντικής αύξησης της κινεζικής προσφοράς και πτώσης των τιμών.

Στιγμιότυπο_οθόνης_2026-09-15_104448.png
 
Την ίδια στιγμή, ο κ. Μυτιληναίος τόνισε ότι ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να περιορίσει την εξάρτησή της από την Κίνα, δεν έχει ακόμη δημιουργήσει τους απαραίτητους μηχανισμούς χρηματοδότησης, ζήτησης και μακροπρόθεσμων εμπορικών δεσμεύσεων που θα επιτρέψουν στην ευρωπαϊκή παραγωγή να παραμείνει στην ευρωπαϊκή αγορά. Όπως επισημαίνει, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εξακολουθούν να προτιμούν σε σημαντικό βαθμό το φθηνότερο κινεζικό προϊόν, την ώρα που οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία κινούνται πιο αποφασιστικά για την ασφάλεια των δικών τους εφοδιαστικών αλυσίδων.
 
Χαρακτηριστικό είναι ότι, ελλείψει οργανωμένης ευρωπαϊκής ζήτησης, η διεθνής αγορά εμφανίζεται ήδη πιο έτοιμη να απορροφήσει την παραγωγή της METLEN. Περίπου το 25% της σχεδιαζόμενης παραγωγής έχει ήδη πωληθεί σε αμερικανική εταιρεία τεχνολογίας, ενώ εξετάζονται ακόμη δύο πιθανές συμφωνίες με αγοραστές εκτός Ευρώπης.
 
Σύμφωνα με τους FT, το γάλλιο αποτελεί στρατηγικής σημασίας πρώτη ύλη, με κρίσιμες εφαρμογές σε ημιαγωγούς, τεχνητή νοημοσύνη, δορυφόρους, ραντάρ και αμυντικά συστήματα. Η περίπτωση της METLEN αναδεικνύει έτσι μια ευρύτερη ευρωπαϊκή πρόκληση: η Ευρώπη διαθέτει τη δυνατότητα ανταγωνιστικής παραγωγής κρίσιμων πρώτων υλών, αλλά χρειάζεται να δημιουργήσει τις συνθήκες, μέσω σταθερής ζήτησης, χρηματοδότησης και μακροπρόθεσμων εμπορικών δεσμεύσεων, ώστε αυτή η παραγωγή να μεταφραστεί σε πραγματική στρατηγική αυτονομία.

Το γάλλιο αποτελεί κρίσιμη πρώτη ύλη για μια σειρά στρατιωτικών και τεχνολογικών εφαρμογών. Χρησιμοποιείται σε ραντάρ, συστήματα καθοδήγησης πυραύλων, δορυφόρους και συστήματα ραδιοεπικοινωνιών, ενώ είναι επίσης απαραίτητο για την παραγωγή ημιαγωγών, γεγονός που το καθιστά σημαντικό συστατικό για τεχνολογίες που βρίσκονται στον πυρήνα της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης.
 
Η προειδοποίηση της Metlen για το γάλλιο εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πρόβλημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, στελέχη επιχειρήσεων και αναλυτές επισημαίνουν ότι η Ένωση χάνει έδαφος στην προσπάθεια εξασφάλισης μιας μεγάλης γκάμας κρίσιμων ορυκτών, από τις σπάνιες γαίες που χρησιμοποιούνται σε μαγνήτες υψηλών επιδόσεων έως το λίθιο, βασικό μέταλλο για τις μπαταρίες.
 
Η Metlen σχεδιάζει να παράγει περίπου 50 τόνους γαλλίου ετησίως, ποσότητα που, σύμφωνα με την εταιρεία, θα μπορούσε να καλύψει το σύνολο των ετήσιων αναγκών της Ευρώπης. Ωστόσο, περίπου το ένα τέταρτο της μελλοντικής παραγωγής έχει ήδη συμφωνηθεί με αμερικανική τεχνολογική εταιρεία, το όνομα της οποίας δεν έχει γίνει γνωστό, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για δύο ακόμη συμφωνίες με αγοραστές εκτός Ευρώπης.
 
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει το επενδυτικό χάσμα μεταξύ Ευρώπης και άλλων μεγάλων οικονομιών. Ο Henry Sanderson της Fastmarkets σημείωσε ότι στις ΗΠΑ διοχετεύονται μεγάλα κεφάλαια για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής κρίσιμων ορυκτών, κάτι που, όπως υποστήριξε, δεν συμβαίνει στον ίδιο βαθμό στην Ευρώπη. «Το ερώτημα για την Ευρώπη ήταν πάντα: πού είναι τα χρήματα;» ανέφερε χαρακτηριστικά.
 
Ανάλογη είναι η εικόνα και στην Ιαπωνία, η οποία, σύμφωνα με τον Jack Bedder, ιδρυτή της εταιρείας ερευνών ορυκτών Project Blue, επενδύει εδώ και χρόνια στις αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων υλικών. Την ίδια στιγμή, οι πρόσφατες παρεμβάσεις των ΗΠΑ στην αγορά θεωρούνται από τις μεγαλύτερες που έχουν καταγραφεί στις αγορές εμπορευμάτων εδώ και μία γενιά.
 
Η αμερικανική κυβέρνηση έχει δεσμεύσει δισεκατομμύρια δολάρια για την ανάπτυξη της παραγωγής κρίσιμων ορυκτών, μέσα από μια σειρά σημαντικών συμφωνιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η Ουάσιγκτον έχει προχωρήσει ακόμη και στην απόκτηση μετοχικών συμμετοχών σε μεταλλευτικές εταιρείες.
 
Στον αντίποδα, η Κίνα εξακολουθεί να κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού. Το Πεκίνο κατηγορείται ότι χρησιμοποιεί τον έλεγχό του στις κρίσιμες πρώτες ύλες ως εργαλείο οικονομικής πίεσης στο πλαίσιο της ευρύτερης εμπορικής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ. Οι περιορισμοί στις εξαγωγές έχουν ήδη προκαλέσει άνοδο των τιμών και περιορισμό της προσφοράς, ενώ για την αγορά ορισμένων υλικών, μεταξύ των οποίων και το γάλλιο, απαιτούνται πλέον ειδικές άδειες.
 
Παράλληλα, μη κινεζικές εταιρείες επιχειρούν να δημιουργήσουν νέες πηγές παραγωγής γαλλίου. Μεταξύ αυτών βρίσκεται η Alcoa, η οποία αναπτύσσει σχετικό έργο στην Αυστραλία με τη στήριξη αρκετών δυτικών κυβερνήσεων.
 
Ο Μυτιληναίος υπογράμμισε ότι η έλλειψη Ευρωπαίων αγοραστών είναι ακόμη πιο παράδοξη, δεδομένου ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση «μας πιέζει πολύ έντονα να πουλήσουμε ένα μέρος του υλικού στην Ευρώπη».
 
Το κόστος παραγωγής γαλλίου της Metlen βρίσκεται κάτω από τα 300 δολάρια ανά κιλό, ενώ η τιμή στην ευρωπαϊκή αγορά ξεπερνά σήμερα τα 3.000 δολάρια ανά κιλό, σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας.
 
Ωστόσο, οι παραγωγοί εκτός Κίνας αντιμετωπίζουν εδώ και χρόνια σοβαρές δυσκολίες στον ανταγωνισμό με τα φθηνότερα μέταλλα που παράγονται από εταιρείες οι οποίες στηρίζονται από το Πεκίνο. Ο φόβος ότι η Κίνα θα πλημμυρίσει την αγορά με φθηνό γάλλιο, πιέζοντας τις τιμές σε επίπεδα που θα καθιστούν ασύμφορες τις νέες επενδύσεις, έχει λειτουργήσει αποτρεπτικά για την ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών εφοδιασμού.
 
Η Metlen, πάντως, επιχειρεί να μειώσει περαιτέρω το κόστος της. Όπως ανέφερε ο Μυτιληναίος, η εταιρεία εργάζεται «μέρα και νύχτα» με στόχο να περιορίσει το κόστος παραγωγής στα 100 δολάρια ανά κιλό, επίπεδο που θα ενίσχυε σημαντικά την ανταγωνιστικότητά της απέναντι στην Κίνα.
 
«Δεν φοβόμαστε τους Κινέζους. Ας πλημμυρίσουν την αγορά. Αυτό θα σκοτώσει τους πάντες, όχι εμάς», δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος της Metlen.
 
www.worldenergynews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Δείτε επίσης